Κύρια σημεία της συζήτησης που διεξήχθη χθες Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011 από το περιοδικό «ΠΟΛΥΤΟΝΟν» και την Ένωση Ελλήνων Μουσουργών διοργάνωσαν στο ξενοδοχείο Hilton στην Αθήνα (Αίθουσα Σαντορίνη) για την Ευρωπαϊκή και Ελληνική Μουσική, με ειδικότερο θέμα «ευρωπαϊκή και ελληνική μουσική», στα πλαίσια ειδικών παράλληλων συζητήσεων συνολικής διοργάνωσης με θέμα «Έλληνας Πολίτης – Ευρωπαίος Πολίτης».

Τη συζήτηση συντόνισε ο ο Κωνσταντίνος Α. Λυγνός, Συνθέτης & εκδότης του περιοδικού «μουσικής ΠΟΛΥΤΟΝΟν». Συγκράτησα τα εξής:

1. Ο κ. Βύρων Φιδετζής, Αρχιμουσικός, μόνιμος αρχιμουσικός και τέως Καλλιτεχνικός Διευθυντής Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών ανέπτυξε το «μουσικό μας ζήτημα σήμερα», κάνοντας μια αναδρομή προκειμένου να καταδείξει το πόσο άδικο είναι να υπάρχει μια γκετοποίηση της ελληνικής μουσικής, ενώ υπήρξε ιστορική συνέχειά της στο πέρασμα των αιώνων με διαφορετικές μορφές βέβαια ( Αρχαία Ελληνική Μουσική, βυζαντινή μουσική, έντεχνη μουσική των τελευταίων 200 χρόνων) που αποτελούν και τη βάση για το μέλλον της.

Τόνισε ότι η μετά την πτώση της επταετούς Χούντας, η αριστερά επέβαλε το «επαναστατικώς άδειν», στη μουσική, με αποτέλεσμα η μουσική να … πάει περίπατο. Επικράτησαν ως τάσεις το αριστεριλίκι, ο εύκολος ήχος και το κέρδος Η έννοια της κλασσικής μουσικής περιθωριοποιήθηκε. Ενώ τα τελευταία χρόνια οι εφημερίδες διαφημίζουν κάποιους ως συνθέτες. Προσθέτοντας τη διαπίστωσή του ότι «εκεί που διαφθείρεται η μουσική, αυτοκαταστρέφεται η κοινωνία», έδωσε τέλος μια εξήγησή του για την έλλειψη μουσικής παιδείας και προσανατολισμού του ελληνικού κοινού επειδή δεν έχουν καθημερινά ακούσματα αρμονίας της μουσικής (σε αντίθεση με τους Ιταλούς που ακούν τέτοια αρμονία κάθε φορά που μπαίνουν στην εκκλησία τους ή και βρίσκονται και στο Ι.Χ, και ακούν μουσική από το ραδιόφωνο, ενώ στην Ελλάδα αυτό δεν συμβαίνει.

2. Ο κ. Θόδωρος Αντωνίου, Συνθέτης, μαέστρος, ομότιμος καθηγητής σύνθεσης στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης, Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, ανέπτυξε το θέμα «Στο λέει ένας Καλομοίρης και εσύ λες όχι;», με ευκαιρία την εμπειρία του ως μαθητή του Μανόλη Καλομοίρη στο Εθνικό Ωδείο του Παλαιού Φαλήρου στο οποίο δίδασκε ο Καλομοίρης σε διορθώσεις των αρμονικών θεμάτων του στις οποίες λάμβανε την επίδραση του διάσημου δασκάλου. Αναφέρθηκε επίσης και στο Μάριο Βάρβογλη, στην επικρατούσα κατάσταση στα Ωδεία τα οποία είναι και τα μόνα που μπορούν να προσφέρουν ικανή εξειδικευμένη παιδεία μέχρι το επίπεδο της Σύνθεσης, αλλά και αναζήτησε τρόπους την αναβάθμιση του επιπέδου τους. Τέλος για να κάνει διάκριση των συνθετών από τους λοιπούς ανέφερε ότι Μ. Χατζιδάκις απαντούσε σε ερωτήσεις, λέγοντας «εγώ δεν είμαι συνθέτης, είμαι τραγουδοποιός».

3, Ο κ. Μάρκος Τσέτσος, μουσικολόγος, συγγραφέας, Αναπληρωτής Καθηγητής Αισθητικής της Μουσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ανέπτυξε το θέμα της διάκρισης μετάξύ έντεχνης και λαϊκής μουσικής, λέγοντας ότι έχει καταλήξει ο κόσμος να ονομάζει έντεχνη μουσική «ό,τι τραγούδι δεν χορεύεται στην πίστα», Ανέφερε ότι πολλά από τα μελοποιημένα τραγούδια, διαστρεβλώθηκαν για να αποκτήσουν πιο εύκολα νοήματα με τη μορφή του τραγουδιού και έφερε για παράδειγμα στίχο του Σεφέρη «Πήραμε τη ζωή μας. (τελεία) Λάθος…»Το οποίο στο τραγούδι μεταφέρθηκε ως «πήραμε τη ζωή μας λάθος» γιατί έτσι άρεσε περισσότερο. Τόνισε ότι με την μελοποίηση των ποιημάτων που έγινε, έγινε με τέτοιο τρόπο που πολύ ελάχιστοι άνθρωποι είναι σε θέση να απαγγείλουν τα αρχικά ποιήματα, και μπορούν να τα κάνουν μόνο τραγουδιστά με τη μουσική τους.

Για το λαϊκό τραγούδι, ανέφερε ότι σιγά σιγά εγκατέλειψε τα κέντρα στα οποία τραγουδιόταν με τη συμμετοχή του κοινού και άρχισε να τραγουδιέται σε μεγάλους χώρους στους οποίους κανονικά θα διεξάγονταν συναυλίες, πράγμα που σήμαινε είτε ότι εγκατέλειψε το κοινό το στο οποίο στηριζόταν είτε κατέκτησε άλλους χώρους από τους οποίους ήταν αποκλεισμένο΄

3. Η κα Βάλια Βράκα, μουσικολόγος, στέλεχος της Μουσικής Βιβλιοθήκης «Λίλιαν Βουδούρη» μίλησε για το θέμα «Ελληνική ψηφιακή μουσική πραγματικότητα: Το παράδειγμα του DIGMA. Δηλαδή το ψηφιοποιημένο αρχείο της Μουσικής Βιβλιοθήκης ‘Λίλιαν Βουδούρη». Το κύριο πρόβλημα που επισήμανε ήταν η ολοέν διαπιστούμενη απροθυμία των Ελλήνων συνθετών να επιτρέψουν την ψηφιακή καταχώρηση των συνθέσεών τους στη βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη, για φόβους μη σεβασμού των πνευματικών τους δικαιωμάτων από τους χρήστες της βιβλιοθήκης

Σχετικά με τη διάλεξη για τον Ιάνη Ξενάκη (3.12.2011 στη Βιβλιοθ. Λίλιαν Βουδούρη)

Χθές, 3 Δεκεμβρίου 2011 στην Αίθουσα Διδασκαλίας της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος «Λίλιαν Βουδούρη» έγινε δημόσια συζήτηση για τον συνθέτη Ιάνη Ξενάκη και το έργο του, με ομιλητές, τον κ. Μάκη Σολωμό, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Paris 8 (Μουσικό Τμήμα, Τομέας Αισθητικής, Μουσικολογίας και Μουσικής Δημιουργίας) και τον κ. Γιώργο Ζερβό, Επίκουρο Καθηγητή στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία επίσης έλαβαν μέρος, ο βαρύτονος Σπύρος Σακκάς, ο οποίος έχει υπάρξει επί σειρά ετών ερμηνευτής των έργων του Ξενάκη για φωνή και συνεργάτης του συνθέτη, ο καθηγητής κ. Αντώνης Αντωνόπουλος κ.α΄.

Από τη συζήτηση που ακολούθησε την παρουσίαση της ζωής και του έργου του Ιάνη Ξενάκη με χαρακτηριστικά ακουστικά αποσπάσματα με σύγχρονη προβολή διαφανειών, συγκράτησα τα εξής:

Σύμφωνα με τον κ. Μάκη Σολωμό, η μεγαλύτερη επιτυχία του Ξενάκη δεν ήταν το ότι δημιούργησε κάτι το νέο, αφού ο Ξενάκης υποστήριζε ότι δεν δημιουργούσε κάτι το νέο, επειδή αυτό που αποκαλούσαν «νέο» ήταν η επανάληψη του παλιού, δηλαδή η χρησιμοποίηση και των άλλων επιστημών στην εξυπηρέτηση της τέχνης της Μουσικής, αλλά ακριβώς η επιστροφή στις ρίζες της Μουσικής όπως εξεταζόταν στην Αρχαία Ελλάδα.

Ο Ξενάκης, κατά τον κ. Σακκά, έσπασε το ταμπού του διαχωρισμού μεταξύ της Θεωρίας και της Μουσικής στην Πράξη, δείχνοντας το ενιαίο του χαρακτήρα της ως έκφρασης των συγκεκριμένων επιστημών (Μαθηματικών, Φυσικής) που αποτελούσαν τη βάση της.

Ο καθηγητής κ. Αντώνης Αντωνόπουλος, σε παρέμβασή του, υποστήριξε ότι «στα Ωδεία σήμερα έχει δημιουργηθεί ένα πανεπιστημιακό κατεστημένο το οποίο δεν αναγνωρίζει ως διδασκαλία μουσικής εκείνη που ασχολείται με οποιαδήποτε άλλη εκτός από την τονική μουσική».

Από κάποιον από τους συμμετέχοντες τέθηκε το ερώτημα αν υπήρξε συνέχεια στο είδος της μουσικής στο οποίο διακρίθηκε ο Ιάννης Ξενάκης. Σ’ αυτό ο κ. Μάκης Σολωμός παρατήρησε ότι Ξενάκης δημιούργησε μέσα στα πλαίσια της «σύγχρονης μουσικής» που αναπτύχθηκε στις δεκαετίες του 1950, 60, 70 (Σημείωση: (Με τον όρο σύγχρονη κλασική μουσική ονομάζουμε ευρύτερα τη μουσική εξέλιξη της ύστερης Ρομαντικής εποχής του 20ου αιώνα που συνοδεύτηκε από έντονες αναζητήσεις και αμφισβητήσεις των συμβατικών ακουσμάτων των προηγούμενων αιώνων. Δεν είναι φυσικά δυνατόν να ορισθεί ακριβώς η ημερομηνία μετάβασης από τη ρομαντική εποχή στη σύγχρονη. Τα στοιχεία συνυπήρχαν όπως συνήθως γίνεται για κάποιο διάστημα μέχρι να γίνουν ξεκάθαρες οι τάσεις που θα επικρατήσουν, όπως Η εισαγωγή εξωτικών κλιμάκων, πέρα των Ευρωπαικών, η συχνή χρήση των διαφωνιών, τα μεγάλα μελωδικά πηδήματα δηλαδή μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στις γειτονικές νότες, η ιδιόρυθμη και μη συμβατική χρήση των οργάνων, οι εντονότατες μεταβολές τις δυναμικής, προσπάθεια κατάργησης κάθε έννοιας της τονικότητας. Αυτά είναι κάποια από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την νέα αυτή πορεία της μουσικής. Ατονικότητα, Δωδεκαφθογγισμός, Σειραϊσμός είναι τα ονόματα που προσδιορίζουν ένα τρόπο γραφής που απέχει πολύ από τον καθιερωμένο. Αφού η κλίμακα διαιρεθεί σε 12 ημιτόνια που το κάθε ένα από αυτά είναι το ίδιο σημαντικό με τα άλλα 11 για να μην υπάρχει η αίσθηση του τονικού κέντρου, αφηνόμαστε σε μία μουσική αριθμητική να οδηγήσει μία κατασκευή, που στηρίζεται αρκετά στη ρυθμική διαφοροποίηση ώστε να δώσει ένα νέο ορισμό στο νόημα της λέξης “Μουσική”. Παράλληλα, αναπτύσονται αρκετά τα ηλεκτρονικά μηχανήματα τα οποία ανοίγουν νέους ορίζοντες στην έρευνα των ανήσυχων ανθρώπων. Μερικά από τα είδη μουσικής που αναπτύχθηκαν με χρήση ηλεκτρικών μηχανημάτων είναι η Συγκεκριμένη Μουσική, η Ηλεκτρονική Μουσική, η Μουσική του Τυχαίου κ.ά.) Την εποχή εκείνη το ρεύμα αυτό ξεκίνηση ο Πιέρ Μπουλέζ (1925) που ήταν από τους επικεφαλής του ρεύματος του σειραϊσμού (ή δωδεκαφθογγισμού όταν η σειρά αναφέρεται μόνον στα τονικά ύψη) μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ο οποίος άσκησε αξιοσημείωτη επιρροή στους avant-garde συνθέτες της εποχής του καθώς και σε πολλούς από τους μεταγενέστερους, όπως ο Καρλ-Χάιντς Στοκχάουζεν (1928) [Σημείωση: Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους καινοτόμους και νεωτεριστές της σύγχρονης μουσικής στην Ευρώπη, ο οποίος χρησιμοποίησε αποτελεσματικά κάθε τεχνολογικό μέσο για να προωθήσει την σύγχρονη μουσική σε νέες κατευθύνσεις, πιο αποτελεσματικές και πιο “γνήσια” καλλιτεχνικές σε συνάρτηση με την εποχή μας. Όπως και όλοι οι συνθέτες που έδρασαν μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο στην μουσική avant-garde, ξεκίνησε επηρεασμένος από τον “στικτικό” δωδεκαφθογγισμό του Βέμπερν, για να προχωρήσει γρήγορα στον καθολικό σειραϊσμό και στον αλεατορισμό κάνοντας χρήση όλων των διαθέσιμων τεχνολογικά μέσων]. Αλλά και ο Ξενάκης δεν τήρησε απαρέγκλιτα το ίδιο στυλ της μουσικής του σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του επειδή σε πολλές περιόδους της, είχε παραγγελίες για να συνθέσει ορχηστρικά έργα.

Ένας άλλος από το κοινό που συμμετείχε στη συζήτηση, παρενέβη, λέγοντας ότι σε πολύ κόσμο δεν αρέσει η μουσική του Ξενάκη. Σ’ αυτό προσπάθησε να δώσει μια εξήγηση ο κ. Γιώργος Ζερβός, υποστηρίζοντας ότι σε όλους εμάς που έχουμε συνηθήσει την τονικότητα στη μουσική, μας φαίνεται κάτι το περίεργο η «ατονικότητα», ενώ το έργο του Ξενάκη εκτιμάται περισσότερο από εκείνους τα αυτιά των οποίων δεν έχουν δεθεί οπωσδήποτε με την τονική μουσική.

Αντίθετα, κατά τον κ. Ζερβό, σήμερα κυριαρχεί η νέο-τονικότητα κατά 50%, δηλαδή «επιστροφή στην παράδοση» σε όσους αποφοιτούν από τα Ωδεία μας και ασχολούνται με τη σύνθεση.

Τέλος, θα παρακαλούσα θερμά, όταν πρόκειται να διαξαχθεί παρόμοια δημόσια συζήτηση, έστω και στα πλαίσια κάποιας διάλεξης, να με ενημερώνετε για να μετέχω, επειδή ενδιαφέρομαι πολύ.